home edit page issue tracker

This page pertains to UD version 2.

acl: clausal modifier of noun

acl stands for finite clauses that modify a nominal. The head of the acl relation is the noun that is modified, and the dependent is the head of the clause that modifies the noun. Greek relative are assigned a specific subtype label acl:relcl.

το γεγονός ότι έφυγε
acl(γεγονός, έφυγε)
η είδηση πως νίκησε
acl(είδηση, νίκησε)
ο στόχος της να παραμείνει
acl(στόχος, παραμείνει)
η αγωνία μήπως συνεχιστεί το Μνημόνιο
acl(αγωνία, συνεχιστεί)
στην ερώτηση γιατί θα μετακόμιζαν
acl(ερώτηση, μετακόμιζαν)
η χαρά που πέρασε στο Πανεπιστήμιο
acl(χαρά, πέρασε)

acl in other languages: [bej] [bg] [bm] [cop] [cs] [de] [el] [en] [es] [et] [eu] [fi] [fr] [fro] [ga] [gsw] [hy] [it] [ja] [kk] [no] [pcm] [pt] [ro] [ru] [sv] [swl] [tr] [u] [urj] [yue] [zh]