home edit page issue tracker

This page still pertains to UD version 1.

amod: adjectival modifier

An adjectival modifier of a noun is any adjectival phrase that serves to modify the meaning of the noun.

διάβασε το περίφημο σύγγραμα
amod(σύγγραμα, περίφημο)
το πιθανότερο σενάριο
advmod(σενάριο, πιθανότερο)
έγραψε ένα βιβλίο απίστευτο
amod(βιβλίο, απίστευτο)
ο άνθρωπος ο σωστός
amod(άνθρωπος, σωστός)
οργανικός ξεφλουδισμένος σπόρος
amod(σπόρος, οργανικός)
amod(σπόρος, ξεφλουδισμένος)

amod in other languages: [bm] [cop] [cs] [de] [el] [en] [es] [et] [eu] [fi] [fr] [fro] [ga] [hu] [hy] [it] [ja] [kk] [kpv] [myv] [no] [pcm] [pt] [ro] [ru] [sv] [swl] [tr] [u] [uk] [urj] [vi] [yue] [zh]