home issue tracker

This page still pertains to UD version 1.

Dependencies

Note: nmod, neg, and punct appear in two places.

Core dependents of clausal predicates
Nominal dep Predicate dep
nsubj csubj
nsubjpass csubjpass
dobj ccomp xcomp
iobj
Non-core dependents of clausal predicates
Nominal dep Predicate dep Modifier word
nmod advcl advmod
    neg
Special clausal dependents
Nominal dep Auxiliary Other
vocative aux mark
discourse auxpass punct
expl cop
Noun dependents
Nominal dep Predicate dep Modifier word
nummod acl amod
  acl:relcl
appos   det
nmod   neg
Compounding and unanalyzed
compound mwe goeswith
name foreign
Coordination
conj cc punct
Case-marking, prepositions, possessive
case
Loose joining relations
list parataxis remnant
dislocated reparandum
Other
Sentence head Unspecified dependency
root dep

acl: clausal modifier of noun

acl stands for finite clauses that modify a nominal. The head of the acl relation is the noun that is modified, and the dependent is the head of the clause that modifies the noun. Greek relative are assigned a specific subtype label acl:relcl.

το γεγονός ότι έφυγε
acl(γεγονός, έφυγε)
η είδηση πως νίκησε
acl(είδηση, νίκησε)
ο στόχος της να παραμείνει
acl(στόχος, παραμείνει)
η αγωνία μήπως συνεχιστεί το Μνημόνιο
acl(αγωνία, συνεχιστεί)
στην ερώτηση γιατί θα μετακόμιζαν
acl(ερώτηση, μετακόμιζαν)
η χαρά που πέρασε στο Πανεπιστήμιο
acl(χαρά, πέρασε)

edit acl

acl:relcl: relative clause modifier

A relative clause modifier of an noun is a finite clause that modifies the noun and is introduced by που or a (structure including) an οποίος-relative pronoun. The relation points from the noun that is modified to the head of the relative clause. οποίος-relative pronoun are assigned typical nominal relations like dobj, nsubj and nmod. A det relation is also possible.

το Όσκαρ με το οποίο τιμήθηκε
acl:relcl(Όσκαρ, τιμήθηκε)
nmod(τιμήθηκε, οποίο)
το έκθεμα , για τη μόνιμη θέση του οποίου διαφωνούν 
acl:relcl(έκθεμα, διαφωνούν)
nmod(διαφωνούν, θέση)
nmod(θέση, οποίου)
δάνειζαν ποσά σε ιδιώτες, τα οποία ποσά εκείνοι χρησιμοποιούσαν ...
acl:relcl(ποσά, χρησιμοποιούσαν)
dobj(χρησιμοποιούσαν, ποσά)
det(ποσά, οποία)

In the current version of the UD guidelines for Greek, we use the mark relation for the Greek relativizer που.

το βιβλίο που σου έδωσα
acl:relcl(βιβλίο, έδωσα)
mark(έδωσα, που)
μια έκθεση που να μην περιέχει λάθη
acl:relcl(έκθεση, περιέχει)
mark(περιέχει, που)
aux(περιέχει, να)
neg(περιέχει, μην)

edit acl:relcl

acl:relcl: acl:relcl

This document is a placeholder for the language-specific documentation for acl:relcl.

edit acl:relcl

advcl: adverbial clause modifier

An adverbial clause modifier is a clause which modifies a verb or other predicate (adjective, etc.), as a modifier not as a core complement. This includes things such as a temporal, consequence, purpose, conditional clauses, etc. The dependent must be clausal (or else it is an advmod) and the dependent is the main predicate of the clause.

Το ατύχημα συνέβη καθώς έπεφτε η νύχτα
advcl(συνέβη, έπεφτε)
το συνηθίσαμε τόσο πολύ ώστε δεν αντιλαμβανόμαστε 
advcl(συνηθίσαμε, αντιλαμβανόμαστε)
χάρηκε τόσο πολύ που ξανάνιωσε
advcl(χάρηκε, ξανάνιωσε)
ήρθε για να μείνει
advcl(ήρθε, μείνει)
αυξήθηκαν προκειμένου να στηριχθεί το ρούβλι
advcl(αυξήθηκαν, στηριχθεί)
να χορηγηθεί αμέσως ώστε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα
advcl(χορηγηθεί, αντιμετωπιστεί)
Αν δεν βρεθούν οι 180, θα πάμε σε εκλογές
advcl(πάμε, βρεθούν)
δεν αλλάζει γιατί θα διέλυε το σύστημα
advcl(αλλάζει, διέλυε)
η μετοχή της υποχωρεί μολονότι ανακοίνωσε κέρδη
advcl(υποχωρεί, ανακοίνωσε)
τον ακούς ακόμα κι αν διαφωνείς μαζί του
advcl(ακούς, διαφωνείς)

This relation is also used for optional avderbial predicatives like

έφυγε θυμωμένος
advcl(έφυγε, θυμωμένος)
στέκεται αμίλητος
advcl(στέκεται, αμίλητος)

edit advcl

advmod: adverbial modifier

An adverbial modifier of a word is a (non-clausal) adverb or adverbial phrase that serves to modify the meaning of the word.

Note that in some grammatical traditions, the term adverbial modifier covers constituents that function like adverbs regardless whether they are realized by adverbs, adpositional phrases, or nouns in particular morphological cases. We differentiate adverbials realized as adverbs (advmod) and adverbials realized by noun phrases or adpositional phrases (nmod).

ιδιαίτερα καλή τοποθέτηση 
advmod(ιδιαίτερα, καλή)
το πιο πιθανό σενάριο
advmod(πιθανό, πιο)
πολύ συχνά
advmod(συχνά, πολύ)
Πώς πήρε τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα ;
advmod(πήρε, Πώς)
advmod(γνωρίζουμε, σήμερα)
Περίπου τρία χρόνια έλειπε
advmod(τρία, Περίπου)
Τα τρία περίπου χρόνια που έλειπε
advmod(τρία, περίπου)

edit advmod

amod: adjectival modifier

An adjectival modifier of a noun is any adjectival phrase that serves to modify the meaning of the noun.

διάβασε το περίφημο σύγγραμα
amod(σύγγραμα, περίφημο)
το πιθανότερο σενάριο
advmod(σενάριο, πιθανότερο)
έγραψε ένα βιβλίο απίστευτο
amod(βιβλίο, απίστευτο)
ο άνθρωπος ο σωστός
amod(άνθρωπος, σωστός)
οργανικός ξεφλουδισμένος σπόρος
amod(σπόρος, οργανικός)
amod(σπόρος, ξεφλουδισμένος)

edit amod

appos: appositional modifier

An appositional modifier of a noun is a nominal immediately following the first noun that serves to define or modify that noun. It includes parenthesized examples, as well as defining abbreviations in one of these structures.

η κόκκινη ταινία , το τρίτο μέρος της τριλογίας
appos(ταινία, μέρος)
ο Όουεν Έντουαρντς ( καθηγητής Ιστορίας )
appos(Έντουαρντς, καθηγητής)
το θύμα της επίθεσης, ο Παπαδόπουλος
appos(θύμα, Παπαδόπουλος)
Υπηρεσία Ενημερώσεως Ενόπλων Δυνάμεων ( Υ.ΕΝ.Ε.Δ. ) 
appos(Υπηρεσία, Υ.ΕΝ.Ε.Δ.)

edit appos

aux: auxiliary

We use the aux relation for:

έχουν πάει
aux(πάει, έχουν)
είχαν πάει
aux(πάει, είχαν)
ας αρχίσουν να γράφουν
aux(αρχίσουν, ας)
aux(γράφουν, να)
θα τον έχω συναντήσει μέχρι τη Δευτέρα
aux(συναντήσει, θα)
aux(συναντήσει, έχω)
dobj(συναντήσει, τον)
θα πρέπει να τον συναντήσω 
aux(συναντήσω, θα)
aux(συναντήσω, πρέπει)
aux(συναντήσω, να)
dobj(συναντήσω, τον)
πρέπει να τον έχει δει
aux(δει, πρέπει)
aux(δει, έχει)
aux(δει, να)
dobj(δει, τον)
μπορεί να τον έχουν δει 
aux(δει, μπορεί)
aux(δει, έχουν)
aux(δει, να)
dobj(δει, τον)

The personal verb μπορώ expressing ability or permission should be treated as a regular verb.

μπορεί να φάει
xcomp(μπορεί, φάει)
aux(φάει, να)

Negative particles δεν and μην are assigned the relation neg.

edit aux

auxpass: passive auxiliary

Diffs

The auxpass is not used for UD Greek.

edit auxpass

case: case marking

The case relation for Greek is used for prepositions.

« Κυριαρχήσαμε σε όλο το παιχνίδι » .
case(παιχνίδι, σε)
nmod(Κυριαρχήσαμε, παιχνίδι)
Δε σταμάτησαν από την αρχή ως το τέλος 
case(αρχή,  από)
case(τέλος, ως)
nmod(σταμάτησαν, αρχή)
nmod(σταμάτησαν, τέλος)

A small list of postpositions in fixed expressions are labeled with case. TODO: An alternative analysis would be to label them using the mwe relation.

λόγου χάριν 
case(λόγου,  χάριν)
παραδείγματος χάριν 
case(παραδείγματος,  χάριν)
τιμής ένεκεν
case(τιμής,  ένεκεν)

Certain adverbs may be followed by prepositions. We label these adverbs with the case relation and attach to them the prepositions with a [mwe] relation.

ενάντια σε όλα τα εμπόδια 
case(εμπόδια, ενάντια)
mwe(ενάντια, σε)
ανεξάρτητα από τη θεματική περιοχή
case(περιοχή, ανεξάρτητα)
mwe(ανεξάρτητα, από)
μαζί μ' εκείνους
case(εκείνους, μαζί)
mwe(μαζί, μ')
πίσω από τον Γιάννη
case(Γιάννη, πίσω)
mwe(πίσω, από)

We use the case relation when these adverbs take a clitic in genitive as a complement.

ανάμεσά τους
case(τους, ανάμεσά)
δίπλα της
case(της, δίπλα)

When prepositions are used as subordinate conjunctions to introduce clauses, they are labelled with the mark relation. See mark for more examples.

Δεν συμμετείχα πριν τη συναντήσω .
advcl(συμμετείχα, συναντήσω)
mark(συναντήσω, πριν)

TODO

Add guidelines on tokenization of στ- preposition+article combinations.

edit case

cc: coordinating conjunction

For more on coordination, see the conj relation. A cc is the relation between the first conjunct and a coordinating conjunction like και or αλλά delimiting another conjunct.

Ο οδηγός ενοχλήθηκε και άρχισε να κορνάρει . 
cc(ενοχλήθηκε, και)

A coordinating conjunction may also appear at the beginning or close to the beginning of a sentence. This is also called a cc, and it depends on the root predicate of the sentence. (In fact there is a coordination that spans multiple sentences. We cannot attach a word to the first conjunct because it is in another sentence. Thus we attach it to the first conjunct available in the current sentence: its main predicate.)

Το σύστημα , όμως , δεν εφαρμόστηκε . 
cc(εφαρμόστηκε, όμως)

edit cc

ccomp: clausal complement

A clausal complement of a verb or adjective is a finite dependent clause which functions like an object of the verb or adjective.

Διαβεβαίωσε ότι οι εθελοντές θα συνεχίσουν το έργο τους .
ccomp(Διαβεβαίωσε, συνεχίσουν)

For clausal complements for nouns, see acl .

For clausal complements where the subject of the complement clause obligatorily corefers with an argument (subject or object) of the higher clause, see xcomp.

θέλει να αρχίσουν να γράφουν
ccomp(θέλει, αρχίσουν)
xcomp(αρχίσουν, γράφουν)

edit ccomp

compound: compound

We use the compound relation for

κράτος μέλος
compound(κράτος, μέλος)
απόφαση - κόλαφος
compound(απόφαση, κόλαφος)
punct(απόφαση, -)
λέξης κλειδί
compound(λέξης, κλειδί)
Είκοσι χιλιάδες λεύγες
compound(χιλιάδες, Είκοσι)
nummod(χιλιάδες, λεύγες)
Πάνω από τρία εκατομμύρια ευρώ
compound(εκατομμύρια, τρία)
nummod(ευρώ, εκατομμύρια)

The two other compounding relations are:

edit compound

conj: conjunct

A conjunct is the relation between two elements connected by a coordinating conjunction, such as και, αλλά, etc. We treat conjunctions asymmetrically: The head of the relation is the first conjunct and all the other conjuncts depend on it via the conj relation.

Ακούστηκαν προτάσεις για παραγωγική ανασυγκρότηση και βιώσιμη ανάπτυξη 
conj(ανασυγκρότηση, ανάπτυξη)
των σχέσεων μεταξύ οικονομίας , πολιτικού παιγνίου , κομματικής ισορροπίας και διεθνούς παράγοντα . conj(οικονομίας, ισορροπίας) conj(οικονομίας, παιγνίου) conj(οικονομίας, παράγοντα) cc(οικονομίας, και) punct(οικονομίας, ,-5) punct(οικονομίας, ,-8)
Μια μικρή αλλά ανθηρή επιχείρηση . 
amod(επιχείρηση, μικρή)
cc(μικρή, αλλά)
conj(μικρή, ανθηρή)

Coordinate clauses are treated the same way as coordination of other constituent types:

Ο οδηγός ενοχλήθηκε και άρχισε να κορνάρει . 
cc(ενοχλήθηκε, και)
conj(ενοχλήθηκε, άρχισε)

Coordination may be asyndetic, which means that the coordinating conjunction is omitted. Commas or other punctuation symbols will delimit the conjuncts in the typical case.

Θα προωθήσουν ένα ασφαλέστερο , πιο ανθεκτικό παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα . 
conj(ασφαλέστερο, ανθεκτικό)
punct(ασφαλέστερο, ,-5)

Coordination can apply to most word categories.

Άνοιξαν και έκλεισαν την πόρτα . 
conj(Άνοιξαν, έκλεισαν)
cc(Άνοιξαν, και)
dobj(Άνοιξαν, πόρτα)
από και προς το αεροδρόμιο 
case(αεροδρόμιο, από)
cc(από, και)
conj(από, προς)
εάν και εφόσον δεήσουν 
mark(δεήσουν, εάν)
cc(εάν, και)
conj(εάν, εφόσον)

TODO

Shared dependents. Nested coordination.

edit conj

cop: copula

In copular clauses, the predicative acts as the head word of the clause, and the copular verb depends on it using a cop (copula) dependency. The only copular verb in the scheme for Greek is είμαι (be).

Η ρευστότητα ήταν φλέγον ζήτημα .
nsubj(ζήτημα, ρευστότητα)
cop(ζήτημα, ήταν)
Η ρευστότητα ήταν χαμηλή .
nsubj(χαμηλή, ρευστότητα)
cop(χαμηλή, ήταν)
Ήταν από την Κρήτη .
cop(Κρήτη, Ήταν)
Ο Νίκος είναι πάνω .
nsubj(πάνω, Νίκος)
cop(πάνω, είναι)

The same label is used in Greek sentences (often in informal discourse or headlines), where deletion of είμαι may occur.

Φοβερό το γλυκό .
nsubj(Φοβερό, γλυκό)
Αμφίβολη η συμμετοχή της Γαλλίας .
nsubj(συμμετοχή, Αμφίβολη)

Whenever the copula has a clausal argument, ccomp is used, with the copula being the head.

Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να μην κινδυνέψουν
ccomp(είναι, κινδυνέψουν)
nsubj(είναι, Αυτό)

edit cop

csubj: clausal subject

A clausal subject is a clausal syntactic subject of a clause, i.e., the subject is itself a clause.

Με ενδιαφέρει ότι απολύθηκαν άνθρωποι από το κανάλι
csubj(ενδιαφέρει, απολύθηκαν)
mark(απολύθηκαν, ότι)
Δεν με πειράζει να το πουν
csubj(πειράζει, πουν)
dobj(πειράζει, με)
aux(πειράζει, να)
Με στεναχωρεί που έρχεται ο χειμώνας
csubj(στεναχωρεί, έρχεται)
dobj(στεναχωρεί, Με)
mark(έρχεται, που)

edit csubj

csubjpass: clausal passive subject

A clausal passive subject is a clausal syntactic subject of a passive clause (or more generally, any voice where the proto-agent argument does not become the subject of the clause). In the example below, that she lied is the subject.

Ακούγεται ότι θα μεταφερθεί
csubjpass(Ακούγεται, μεταφερθεί)
Αποφασίστηκε να συνεχιστούν οι συνομιλίες
csubjpass(Αποφασίστηκε, συνεχιστούν)
nsubj(συνεχιστούν, συνομιλίες)

edit csubjpass

dep: unspecified dependency

This document is a placeholder for the language-specific documentation for dep.

edit dep

det: determiner

A determiner is the relation between the head of a noun phrase and its determiner.

Είναι ένα έργο τέχνης 
det(έργο, ένα)
Ποια ηθοποιός θα ενσαρκώσει τη μυθική Μαρλέν ;
det(ηθοποιός, Ποια)
det(Μαρλέν, τη)
την καταπληκτική αυτή προβολή που της χάρισε
det(προβολή, αυτή-3)
det(προβολή, την)
amod(προβολή, καταπληκτική)
όλη αυτή την καταπληκτική προβολή που της χάρισε
det(προβολή, όλη)
det(προβολή, αυτή-2)
det(προβολή, την)
amod(προβολή, καταπληκτική)

In the case of polydefinites, we attach both definite articles to the nominal head.

το μικρό το αυτοκίνητο
det(αυτοκίνητο, το-1)
det(αυτοκίνητο, το-3)
amod(αυτοκίνητο, μικρό)
το πουκάμισο το θαλασσί
det(πουκάμισο, το-1)
det(πουκάμισο, το-3)
amod(πουκάμισο, θαλασσί)

edit det

discourse: discourse element

This is used for interjections and other discourse particles and elements (which are not clearly linked to the structure of the sentence, except in an expressive way). We generally define this to include: interjections (ωχ, αχά) and fillers (εε, α).

Ουφ , έχασα στο φεύγα :(
discourse(έχασα, :()
discourse(έχασα, Ουφ)

edit discourse

dislocated: dislocated elements

The dislocated relation is used for fronted or postposed elements that do not fulfill the usual core grammatical relations of a sentence, especially in sentences from transcribed speech. The dislocated elements attach to the head of the clause to which they belong:

Το ποδήλατο , πάντα της έλεγα ότι θέλει καινούρια λάστιχα . \n The bicycle , I always told her that it needs new tyres .
dislocated(θέλει, ποδήλατο)
dobj(θέλει, λάστιχα)
ccomp(έλεγα, θέλει)

edit dislocated

dobj: direct object

The direct object of a verb is the noun phrase that denotes the entity acted upon. The direct object is typically marked by the accusative case in Greek.

Ο υπουργός ενημέρωσε το σώμα
dobj(ενημέρωσε, σώμα)

However, some verbs take objects in genitive:

Η Αντιγόνη μοιάζει της Αρετής.Gen
dobj(μοιάζει, Αρετής.Gen)
Οι συνεδριάσεις προηγούνται των αποφάσεων.Gen
dobj(προηγούνται, αποφάσεων.Gen)

In general, if there is just one object, it should be labeled dobj, regardless of the morphological case or semantic role that it bears.

When two objects are present, one of them is labeled as dobj and the other as iobj. Generally, the most directly affected object (patient) is marked as dobj. The one exception is when there is a clausal complement. Then the clausal complement is regarded as iobj “clausal direct object” and an object nominal will be an iobj. See iobj for more details.

See the expl relation for cases of clitic doubling.

edit dobj

expl: expletive

The expl relation is used in UD Greek for cases of clitic doubling.

Της τον έδωσε της Καίτης τον αναπτήρα
expl(έδωσε, Της-1)
iobj(έδωσε, Καίτης)
expl(έδωσε, τον-2)
dobj(έδωσε, αναπτήρα)

But when clitics appear alone in the sentence, they are labeled as core arguments.

Της τον έδωσε
iobj(έδωσε, Της)
dobj(έδωσε, τον)

edit expl

foreign: foreign words

We use foreign to label sequences of foreign words. These are given a linear analysis: the head is the first token in the foreign phrase.

foreign does not apply to words transliterated to the Greek script, loanwords or to foreign names. It applies to quoted foreign text incorporated in a sentence/discourse of the host language (unless we want to and know how to annotate the internal structure according to the syntax of the foreign language).

Cogito ergo sum έλεγαν οι Λατίνοι . 
parataxis(έλεγαν, Cogito)
foreign(Cogito, ergo)
foreign(Cogito, sum)

edit foreign

goeswith: goes with

This relation links two parts of a word that are separated in text that is not well edited. The head is in some sense the “main” part, often the second part.

Ο παν ευρωπαϊκός
goeswith(ευρωπαϊκός, παν)

edit goeswith

iobj: indirect object

The indirect object of a verb is any nominal structure that is a core argument of the verb but is not its subject or direct object. The prototypical example is the recipient of ditransitive verbs of exchange, that is often realized as a nominal element preceded by a σε-preposition.

Έδωσε της Άννας αύξηση
iobj(Έδωσε, Άννας)
obj(Έδωσε, αύξηση)
Έδωσε σε όλους αύξηση
case(όλους, σε)
iobj(Έδωσε, όλους)
obj(Έδωσε, αύξηση)
Έδωσε στην Άννα αύξηση
iobj(Έδωσε, Άννα)
obj(Έδωσε, αύξηση)

Benefactives and source semantic roles are also marked as indirect objects. Recipient and source roles can be realized as nominal elements preceded by για- and από- prepositions.

Έφτιαξε της Λίλας φακές
iobj(Έφτιαξε, Λίλας)
obj(Έφτιαξε,  φακές)
Πήραν του Νίκου δύο χιλιάρικα
iobj(Πήραν, Νίκου)
obj(Πήραν, χιλιάρικα)
Πήραν από τον Νίκο δύο χιλιάρικα
iobj(Πήραν, Νίκο)
obj(Πήραν, χιλιάρικα)

Recipient, benefactives and source roles can be cliticized in genitive.

Της έδωσε αύξηση
iobj(έδωσε, Της)
obj(έδωσε, αύξηση)
Της έφτιαξε φακές
iobj(έφτιαξε, Της)
obj(έφτιαξε, φακές)
Του πήραν δυο χιλιάρικα
iobj(πήραν, Του)
obj(πήραν, χιλιάρικα)

When two objects in accusative are present, one of them is annotated as dobj and the other as iobj. Generally, the most directly affected object (patient) is marked as dobj.

Διδάσκει τα παιδιά.Acc ιστορία.Acc
obj(Διδάσκει, ιστορία.Acc)
iobj(Διδάσκει, παιδιά.Acc)

If there is just one object, it should be labeled dobj, regardless of the morphological case or semantic role. For example, διδάσκω can take either the subject matter or the recipient as the only object, and in both cases it would be analyzed as the dobj:

Διδάσκει μαθηματικά
dobj(Διδάσκει, μαθηματικά)
Διδάσκει τους φοιτητές
dobj(Διδάσκει, φοιτητές)

The one exception is when there is a clausal complement. Then the clausal complement is regarded as a ccomp “clausal direct object” and an object nominal will be an iobj, parallel to the simple ditransitive case:

Είπε στους φοιτητές να διαβάσουν το δεύτερο κεφάλαιο
iobj(Είπε, φοιτητές)
xcomp(Είπε, διαβάσουν)
Είπε στους φοιτητές το πρόγραμμα
iobj(Είπε, φοιτητές)
dobj(Είπε, πρόγραμμα)

See the expl relation for cases of clitic doubling.

Diffs

At present and contrary to the general UD definition of u-dep/iobj, in UD Greek we allow prepositional indirect objects.

edit iobj

list: list

The list relation is used for chains of comparable items. In lists with more than two items, all items of the list should modify the first one. Informal and web text often contains passages which are meant to be interpreted as lists but are parsed as single sentences. Email signatures often contain these structures, in the form of contact information: the different contact information items are labeled as list; the key-value pair relations are labeled as appos.

Γιώργος Παπαδόπουλος Τηλέφωνο 2100447000 E-mail gpapadopoulos@paradeigma.com
name(Γιώργος, Παπαδόπουλος)
list(Γιώργος, Τηλέφωνο )
list(Γιώργος, E-mail)
appos(Τηλέφωνο, 2100447000)
appos(E-mail, gpapadopoulos@paradeigma.com)

edit list

mark: marker

A marker is the word introducing a finite clause subordinate to another clause. For a complement clause, these typically include ότι, πως, μήπως, αν etc. Notice that we annotate να, θα and ας particles as instances of aux.

Διαβεβαίωσε ότι οι εθελοντές θα συνεχίσουν το έργο τους 
ccomp(Διαβεβαίωσε, συνεχίσουν)
mark(συνεχίσουν, ότι)
είπε πως άρχισαν να γράφουν
mark(άρχισαν, πως)
aux(γράφουν, να)

For an adverbial clause, the marker is typically a subordinating conjunction like αφού or επειδή. The marker is a dependent of the subordinate clause head.

Αφού με περιμένουν δεν έχω άλλη επιλογή 
advcl(έχω, περιμένουν)
mark(περιμένουν, Αφού)
Τη συνέλαβαν επειδή βιντεοσκοπούσε το περιστατικό 
advcl(συνέλαβαν, βιντεοσκοπούσε)
mark(βιντεοσκοπούσε, επειδή)

When prepositions are used as subordinate conjunctions to introduce clauses, they are also labelled with the mark relation.

Δεν συμμετείχα πριν τη συναντήσω .
advcl(συμμετείχα, συναντήσω)
mark(συναντήσω, πριν)
Δεν συμμετείχα πριν να τη συναντήσω .
advcl(συμμετείχα, συναντήσω)
mark(συναντήσω, πριν)
mwe(συναντήσω, να)
Ψάχνουν τρόπους για να το σταματήσουν 
advcl(Ψάχνουν, σταματήσουν)
mark(σταματήσουν, για)
aux(σταματήσουν, να)
θα καταλάβουμε το βουνό προτού να ξημερώσει
advcl(καταλάβουμε, ξημερώσει)
mark(ξημερώσει, προτού)
aux(ξημερώσει, να)
Ο χρόνος επαρκεί προκειμένου να μάθει ο προπονητής το υλικό και να το δουλέψει 
advcl(επαρκεί, μάθει)
mark(δουλέψει, προκειμένου)
aux(μάθει, να)
cc(μάθει, και)
conj(μάθει, δουλέψει)
aux(δουλέψει, να)

For certain multiword subordinate conjunctions, we use combinations of the mark and the mwe relations.

Αν και βρίσκεται στο σωστό δρόμο χρειάζεται περισσότερο χρόνο
advcl(χρειάζεται, βρίσκεται)
mark(βρίσκεται, Αν)
mwe(Αν, και)

edit mark

mwe: multi-word expression

For examples of multiword expressions, see and case and mark. Multiword expressions are annotated in a flat, head-initial structure, in which all words in the expression modify the first one using the mwe label.

TODO

A list of common mwe’s

edit mwe

name: name

We use the name relation for proper nouns constituted of more than one words. The first (leftmost) word is the head, and the other words are direct dependents of the head.

Τάκης Παπαδόπουλος
name(Τάκης, Παπαδόπουλος)
Ρωμανός Δ' Διογένης
name(Ρωμανός, Δ')
name(Ρωμανός, Διογένης)
Μάο Τσε Τουνγκ
name(Μάο, Τσε)
name(Μάο, Τουνγκ)

Regular syntactic relations are used for Greek: (i) for a modifier word including determiners, adjectives and adverbs (ii) to connect together the words of a description or name which involve embedded prepositional phrases, sentences, etc.

την Παλιά Κοκκινιά
amod(Κοκκινιά, Παλιά)
det(Κοκκινιά, την)
της Νέας Υόρκης
amod(Υόρκης, Νέας)
det(Υόρκης, της)
Τα Άνω Δολιανά
det(Δολιανά, Τα)
advmod(Δολιανά, Άνω)
Ο Βασιλιάς της Αγγλίας
det(Βασιλιάς, Ο)
nmod(Βασιλιάς, Αγγλίας)
det(Αγγλίας, της)

This also holds for organization names with clear syntactic modification structure as in:

Γενική Γραμματεία Εκπαίδευσης Ενηλίκων
amod(Γραμματεία, Γενική)
nmod(Γραμματεία, Εκπαίδευσης)
nmod(Εκπαίδευσης, Ενηλίκων)

This convention is not used for foreign names (transliterated or not), which are annotated in a flat, head-initial structure, in which all words in the name modify the first one using the name label.

Σαν Σεμπαστιάν
name(Σαν, Σεμπαστιάν)
Στράτφορντ απόν Έιβον
name(Στράτφορντ, απόν)
name(Στράτφορντ, Έιβον)
Río de la Plata
name(Río, de)
name(Río, la)
name(Río, Plata)
Ζαν ντ' Αρκ
name(Ζαν, ντ')
name(Ζαν, Αρκ)
Ludwig van Beethoven
name(Ludwig, van)
name(Ludwig, Beethoven)
Miguel de Cervantes y Saavedra
name(Miguel, de)
name(Miguel, y)
name(Miguel, Cervantes)
name(Miguel, Saavedra)

edit name

neg: negation modifier

The negation modifier is the relation between a negation word and the word it modifies.

Modifiers labeled neg depend either on a noun (group “noun dependents”) an adjective or on a predicate (group “non-core dependents of clausal predicates”).

Δεν υπάρχει καμιά εγγύηση
neg(υπάρχει, Δεν)
Ας μη μαλώσουμε μέρα που είναι
neg(μαλώσουμε, μη)
Προσφέρουν μη ανταγωνιστικές υπηρεσίες
neg(ανταγωνιστικές, μη)
της μη αντικατάστασης των απολυμένων
neg(αντικατάστασης, μη)

edit neg

nmod: nominal modifier

The nmod relation is used for nominal modifiers. They depend either on another noun (group “noun dependents”) or on a predicate (group “non-core dependents of clausal predicates”).

nmod is a noun (or noun phrase) functioning as a non-core (oblique) argument or adjunct. This means that it functionally corresponds to an adverbial when it attaches to a verb, adjective or other adverb. But when attaching to a noun, it corresponds to an attribute, or genitive complement.

οι άθλοι του Ηρακλή.Gen
nmod(άθλοι, Ηρακλή.Gen)

The nmod relation can be further specified by the case label assigned to prepositions.

γράψαμε το άρθρο σε έξι ώρες
nmod(γράψαμε, ώρες)
case(γράψαμε, σε)
είδα τις ανταποκρίσεις για το συμβάν
nmod(ανταποκρίσεις, συμβάν)
case(συμβάν, για)
έφυγαν από την Αλεξανδρούπολη με το αεροπλάνο
nmod(έφυγαν, Αλεξανδρούπολη)
nmod(έφυγαν, αεροπλάνο)
case(Αλεξανδρούπολη, από)
case(αεροπλάνο, με)
τελείωσε το διαγώνισμα χωρίς ένα λάθος
nmod(τελείωσε, λάθος)
case(λάθος, χωρίς)
Έδωσε στην Άννα αύξηση
iobj(Έδωσε, Άννα)
obj(Έδωσε, αύξηση)
Ζήτησε από την Ελένη την κούκλα
iobj(Ζήτησε, Ελένη)
obj(Ζήτησε, κούκλα)

nmod is also used for nominal modifiers indicating time, cause, amount etc.:

Θα σε δω την Κυριακή
nmod(δω, Κυριακή)

edit nmod

nsubj: nominal subject

A nominal subject is a nominal phrase which is the syntactic subject of a clause. (See csubj for cases when the subject is clausal.

Ο υπουργός ενημέρωσε το σώμα
nsubj(ενημέρωσε, υπουργός)

edit nsubj

nsubjpass: passive nominal subject

A passive nominal subject is a noun phrase which is the syntactic subject of a passive clause (or more generally, any voice where the proto-agent argument does not become the subject of the clause).

Περιορίστηκε η μετάδοση του ιού
nsubjpass(Περιορίστηκε, μετάδοση)

Notice that the nsubj relation is used for the subjects of

η Νίκη ετοιμάστηκε για το πάρτι
nsubj(ετοιμάστηκε, Νίκη)
Το ζευγάρι αγκαλιάστηκε 
nsubj(αγκαλιάστηκε, ζευγάρι)
το παιδί κοιμάται στην κούνια του
nsubj(κοιμάται, παιδί)
Έρχεται παγετός
nsubj(Έρχεται, παγετός)

edit nsubjpass

nummod: numeric modifier

A numeric modifier of a noun is any number phrase that serves to modify the meaning of the noun with a quantity.

Τα τρία τελευταία χρόνια
nummod(χρόνια, τρία)
det(χρόνια, Τα)
amod(χρόνια, τελευταία)
Ξόδεψε πάνω από 10 ευρώ
nummod(ευρώ, 10)

edit nummod

parataxis: parataxis

The parataxis relation (from Greek for “place side by side”) is a relation between the main verb of a clause and other sentential elements, such as a sentential parenthetical, two sentences placed side by side without any explicit coordination or subordination, or a clause after a “:” or a “·” (άνω τελεία), in case a sentence splitter has recognized two different sentences.

«Το αεροσκάφος» ανέφερε ο πρωθυπουργός «δεν εξέπεμψε σήμα κινδύνου».
parataxis(εξέπεμψε, ανέφερε)
Αποφάσισε να πληρώσει · δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά.
parataxis(Αποφάσισε, μπορούσε)
Ας το παραδεχτούμε : αποτύχαμε να περάσουμε στο Μουντιάλ .
parataxis(παραδεχτούμε, αποτύχαμε)
Ρίξε κάτι πάνω σου , κάνει κρύο .
parataxis(Ρίξε, κάνει)

edit parataxis

punct: punctuation

A punctuation token is labeled punct and it is attached to the element it delimits. Thus, sentence-delimiting punctuation, such as “.”, “!” or “?” should be attached to the main verb (or predicative) of the sentence. Punctuation tokens always attach to content words and can never have dependents.

Πήγε σπίτι .
punct(Πήγε, .)
Πήγαινε σπίτι !
punct(Πήγαινε, !)
Πήγες σπίτι ;
punct(Πήγες, ;-3)

A punctuation mark delimiting a subordinate clause is attached to the head word of the clause.

Στη Μαλαισία , την οποία αναφέραμε ήδη , επανήλθε η θανατική ποινή .
punct(αναφέραμε, ,-3)
punct(αναφέραμε, ,-8)
punct(επανήλθε, .)

If there are several subordinate clauses within each other and the punctuation could delimit any of them, the shortest-spanning (closest) clause is selected.

A punctuation mark separating coordinated units is attached to the first conjunct.

οι εντυπώσεις του κοινού , των ανακριτών , των ενόρκων και των δικαστών nmod(εντυπώσεις, κοινού) conj(κοινού, ανακριτών) conj(κοινού, ενόρκων) conj(κοινού, δικαστών) cc(κοινού, και) punct(κοινού, ,-5) punct(κοινού, ,-8)

Punctuation items related to parataxis are attached to the head of the first clause.

Ας το παραδεχτούμε : αποτύχαμε να περάσουμε στο Μουντιάλ .
parataxis(παραδεχτούμε, αποτύχαμε)
punct(παραδεχτούμε, :)
Ρίξε κάτι πάνω σου , κάνει κρύο .
parataxis(Ρίξε, κάνει)
punct(Ρίξε, ,-5)

In direct speech parataxis, paired punctuation marks (quotation marks) are attached to the head of the phrase enclosed in the paired punctuation.

« Το αεροσκάφος » ανέφερε ο πρωθυπουργός « δεν εξέπεμψε σήμα κινδύνου » .
parataxis(εξέπεμψε, ανέφερε)
punct(αεροσκάφος, «)
punct(αεροσκάφος, »)
punct(εξέπεμψε, «)
punct(εξέπεμψε, »)

Generally, paired punctuation marks (quotes and brackets) should be attached to the head of the clause or the phrase enclosed in the paired punctuation.

« Ανέβηκαν » επίπεδο  .
punct(Ανέβηκαν, «)
punct(Ανέβηκαν, »)

If the above rule leads to non-projectivity, the punctuation is attached to the closest enclosed element.

αν δεν υπήρχε αυτός ( ή αυτή )
cc(αυτός, ή)
punct(ή, (-5)
punct(αυτή, )-8)

Punctuation can also delimit short additions, such as nominal modifiers or appositions, and in such cases, the punctuation should be attached to the head of the addition.

Κυνηγά την υπέρβαση , χωρίς μεγάλο άγχος
punct(άγχος, ,-4)

List item markers such as bullets of a bulleted list are marked as punctuation attached to the head of the list item.

* 9 σταθμούς εργασίας
punct(σταθμούς, *)

edit punct

remnant: remnant in ellipsis

The remnant relation is used to provide a treatment of ellipsis (in the case of gapping and stripping, where a predicational or verbal head gets elided). A remnant corresponds to a correlate in a preceding clause. The remnant relation connects each remnant to its correlate in the basic dependency representation.

Η Προοδευτική κέρδισε το Αιγάλεω , και ο Ιωνικός τη Δόξα . 
nsubj(κέρδισε, Προοδευτική)
dobj(κέρδισε, Αιγάλεω)
cc(κέρδισε, και)
remnant(Προοδευτική, Ιωνικός)
remnant(Αιγάλεω, Δόξα)

edit remnant

reparandum: overridden disfluency

We use reparandum to indicate disfluencies overridden in a speech repair. The disfluency is the dependent of the repair.

Έφυγε η καρδερ- η Κατερίνα  .
nsubj(Έφυγε, Κατερίνα)
det(Έφυγε, η-4)
reparandum(Κατερίνα, καρδερ-)
det(καρδερ-, η-2)

edit reparandum

root: root

The root grammatical relation points to the root of the sentence. A fake node ROOT is used as the governor. The ROOT node is indexed with 0, since the indexing of real words in the sentence starts at 1.

ROOT Θα αποσυρθούν τρεις υπογραφές .
root(ROOT, αποσυρθούν)
ROOT Το αίσιον τέλος .
root(ROOT, τέλος)

edit root

vocative: vocative

The vocative relation is used to mark a dialogue participant addressed in text (common in emails and newsgroup postings). The relation links the addressee’s name to its host sentence.

Κύριοι , έχετε βαριά ευθύνη 
vocative(έχετε, Κύριοι)
ROOT Καλημέρα , συνάδελφοι 
vocative(Καλημέρα, συνάδελφοι)
root(ROOT, Καλημέρα)

edit vocative

xcomp: open clausal complement

An (xcomp) label is used in cases of obligatory coreference between the subject of a finite να-clause, which is not present as a separate word, and an argument (subject or object) of the higher clause.

Ο γιατρός δεν ήξερε να του πει την αλήθεια. 
xcomp(ήξερε, πει)
Οι μεταφορείς αναγκάζουν τους οδηγούς να οδηγούν ασταμάτητα 
iobj(αναγκάζουν, οδηγούς)
xcomp(αναγκάζουν, οδηγούν)

There are some cases where the implied subject of both clauses is present in the complement clause. In these cases, we attach the subject to the verb of the complement clause.

Άρχισαν να λένε οι πολιτικοί την αλήθεια στον κόσμο ; 
xcomp(Άρχισαν, λένε)
nsubj(λένε, πολιτικοί)

The xcomp relation is also used for labelling obligatory predicatives in clauses where the verb heading the construction is not the copula είμαι

Ο Γιάννης υπήρξε πρότυπο ανθρώπου 
xcomp(υπήρξε, πρότυπο)
Αυτή η συμπεριφορά μοιάζει παρορμητική .
xcomp(μοιάζει, παρορμητική)
Η σημερινή ημέρα αποτελεί αφετηρία εξελίξεων 
xcomp(αποτελεί, αφετηρία)
Τον εξέλεξαν βουλευτή 
xcomp(εξέλεξαν, βουλευτή)
διορίστηκε επιστημονικός συνεργάτης 
xcomp(διορίστηκε, συνεργάτης)
διορίστηκε ως επιστημονικός συνεργάτης 
xcomp(διορίστηκε, συνεργάτης)
case(συνεργάτης, ως)
περνιέται για ωραίος
xcomp(περνιέται, ωραίος)
case(ωραίος, για)

This relation is also used for the small list of resultatives like

έβαψε το σπίτι μπλε
dobj(έβαψε, σπίτι)
xcomp(έβαψε, μπλε)
έκοψε τα μαλιά της κοντά
dobj(έκοψε, μαλιά)
xcomp(έκοψε, κοντά)
έκανε το άρθρο αγνώριστο
dobj(έκανε, άρθρο)
xcomp(έκανε, αγνώριστο)

For other optional secondary predicates of an adverbial nature, see advcl.

edit xcomp